Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Η κάρτα από τη Βουλγαρία




Το άσπρο φτερό

Αγαπημένε μου αδελφέ Ναδίρ,

Η κυρία Ζντράβκα μας είπε να γράψουμε ένα γράμμα σε κάποιον από την οικογένειά μας. Γι’ αυτό , γράφω σ ’εσένα.


Ξέρεις, όταν μου είπες να φύγω από τη Συρία με τους γείτονές μας, σκέφτηκα ότι θα έρθεις κι εσύ. Είμαι ακόμα πολύ θυμωμένη μαζί σου γι’ αυτό, αλλά θα είμαι καλό κορίτσι και θα σε συγχωρήσω που δεν ήρθες. Γιατί δεν ήρθες; Γιατί με άφησες μόνη μου; Ναδίρ,  πρέπει κι εσύ να έρθεις στη Βουλγαρία. Έχουν χιόνι εδώ (ακριβώς σαν τις ταινίες)!



Αλλά δεν πρέπει να βιαστείς. Άκουσα ότι κάποιοι άνθρωποι που προσπάθησαν να έρθουν εδώ χάθηκαν στη θάλασσα. Γι’ αυτό  πρόσεξε για να μην χαθείς κι εσύ. Αλλά και αν γίνει αυτό, σου υπόσχομαι ότι θα έρθω να σε βρω (ακριβώς όπως όταν παίξαμε κρυφτό στην αυλή του σπιτιού μας και στο πάρκο με τα ψηλά δέντρα). Μερικοί λένε ότι η μαμά και ο μπαμπάς έχουν ήδη χαθεί. Θα πρέπει να με βοηθήσεις να τους βρούμε.
Εδώ είμαστε μόνο τα παιδιά που οι γονείς τους έχουν χαθεί και οι δασκάλες μας. Τα καινούργια παιδιά που έρχονtαι είναι όλα κλαψιάρικα. Κλαίνε κάθε βράδυ, αλλά εγώ δεν κλαίω, γιατί ξέρω ότι θα με κορόιδευες, είμαι μεγάλο κορίτσι εγώ…κάνω κουράγιο και υπομονή….έτσι δεν μου είπες όταν με φίλαγες πριν ξεκινήσω για τον άγνωστο δρόμο;
Τώρα, θέλω να σου πω για την κυρία Ζντράβκα. Είναι η καλύτερη δασκάλα που είχα ποτέ! Χθες μας πήρε να πάμε βόλτα στο Πλόβντιβ (είναι η πόλη που ζούμε). Είναι τόσο μεγάλη! Είναι δύο και τρεις φορές το μικρό χωριό μας!!! Και υπάρχουν τόσα πολλά φώτα παντού. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να καταλάβω τι λέει ο κόσμος. Και αυτός είναι ο λόγος που έχουμε την κυρία Ζντράβκα. Αυτή μας διδάσκει τα πάντα. Μας λέει ότι όλοι είμαστε διαφορετικοί και ξεχωριστοί, όλοι αξίζουμε την αγάπη και τη φροντίδα.
Και η κυρία Ζντράβκα μας αγαπάει πραγματικά κι εγώ το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνω από τα μάτια της που δακρύζουν όταν μας βάζει να μιλάμε για τη Συρία. Είναι πολύ σημαντικό λέει να μην ξεχνάμε τον τόπο μας αλλά να τον θυμόμαστε όμορφο όπως ήταν τότε. Μας λέει κι άλλα πράγματα, για τους ανθρώπους, για τη φύση, για τα ζώα, μας μιλάει για τη ζωή, μας λέει πόσο σημαντικό είναι να βοηθάει ο ένας τον άλλο. Γι΄ αυτό κι αυτή βοηθάει εμάς να μεγαλώσουμε, να ξεχάσουμε τον πόλεμο και να τα καταφέρουμε να ζήσουμε σε μια άλλη χώρα, με άλλους ανθρώπους, με άλλη γλώσσα, με άλλες συνήθειες. 
Αλλά αυτός δεν είναι ο λόγος που είναι η καλύτερη δασκάλα. Κάθε βράδυ μας λέει μια ιστορία για ύπνο. Χθες μας είπε για το χελιδόνι με το άσπρο φτερό. Είπε, αν το δούμε όλα τα όνειρά μας θα γίνουν πραγματικότητα. Ο Τζαμάλ (αυτός είναι ο καλύτερός μου φίλος) λέει ότι δεν την πιστεύει, αλλά νομίζω ότι η κυρία λέει την αλήθεια. . Ο Τζαμάλ φοβάται τους ανθρώπους, άνθρωποι σκότωσαν τους γονείς του και έμεινε μόνος του. Δεν έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν παρά μόνο σε μένα. Κι εγώ προσπαθώ να του πω ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι κακοί. Λέει ότι είναι δυνατός αλλά εγώ το βράδυ τον ακούω που κλαίει. Του είπα να μιλήσει με την κυρία Ζντράβκα, του μιλάω κι εγώ κι αυτός σκύβει το κεφάλι και σκέφτεται. Μια φορά μου χάιδεψε το κεφάλι. μου είπε ότι του αρέσουν οι πλεξούδες μου και μου χαμογέλασε. Ήταν όμορφο το χαμόγελό του!
 Η δασκάλα μας κάνει πλεξούδες σε όλα τα κορίτσια. Είπε ότι τα δικά  μου μαλλιά είναι χρυσά σαν το σιτάρι που κάνουμε το ψωμί και τώρα τα παιδιά με φωνάζουν «ψωμί-κορίτσι».
Μεγάλε μου αδελφέ, σε παρακαλώ να έρθεις εδώ όσο πιο σύντομα μπορείς. Πριν από λίγο καιρό ένας άνθρωπος είπε στον Tζαμάλ ότι οι γονείς του δεν θα έρθουν γι’ αυτόν ποτέ…ότι πέθαναν κάπου σε κάποιο μέρος…. Φοβήθηκα όταν τον άκουσα να κλαίει όλη τη νύχτα.
Γι’ αυτό τώρα βγαίνω κάθε μέρα και ψάχνω το χελιδόνι με το άσπρο φτερό. Θέλω να του πω να σε φέρει εδώ. Φοβάμαι μόνη μου, φοβάμαι μήπως μου πουν και μένα ένα άσχημο νέο, φοβάμαι μήπως δεν σε ξαναδώ…..

Έλα εδώ γρήγορα.
Σ΄αγαπώ πολύ, ΄Aσα
Υστερόγραφο: Να μη χαθείς!

Το μάθημα τέλειωσε και τα παιδιά όλα έδωσαν τις επιστολές τους στην δασκάλα.
Η Άσα σηκώθηκε και πήγε κοντά στο παχουλό αγόρι.
Έλα , Tζαμάλ ας πάμε να βρούμε το χελιδόνι με το άσπρο φτερό! είπε η Άσα καθώς τον έσερνε έξω από την τάξη.
-Τα χελιδόνια έρχονται εδώ μόνο το καλοκαίρι, ψωμί-κορίτσι- γκρίνιαξε το αγόρι, αλλά το κορίτσι περπατούσε μπροστά, προσποιούμενη ότι δεν τον είχε ακούσει.
Έβαλαν τα μπουφάν τους και βγήκαν στη χιονισμένη αυλή. Ο Tζαμάλ και η Άσα σύντομα ξέχασαν τι έπρεπε να ψάξουν και άρχισαν να παίζουν με το χιόνι μέχρι που η δασκάλα τους φώναξε να μπουν μέσα. Το αγόρι πήγε  πρώτο. Μόλις έμεινε μόνη η Άσα κοίταξε γύρω της κρυφά πριν αρχίσει να φωνάζει:
-Κύριε χελιδόνι! Κύριε χελιδόνι! Θέλω τον μεγάλο αδελφό μου να έρθει εδώ! Τον λένε Ναδίρ και είναι από τη Συρία!!!
 Η Άσα ήξερε ότι τα παιδιά μέσα στην τάξη πιθανώς να γελούσαν μαζί της. Μετά από λίγο η κοπέλα έσκυψε κάτω στο χιόνι. Καυτά δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά της.
-Θέλω τον αδελφό μου …Θέλω τον Ναδίρ. -μουρμούρισε- Θέλω την οικογένειά μου πίσω. Δεν θέλω να είμαι μόνη μου πια.
Η κοπέλα έλπιζε με όλη την μικρή καρδιά της ότι θα δει το λευκό πουλί.
Κάτι προσγειώθηκε στο κεφάλι της και αυτή πήδηξε πάνω από έκπληξη. Η  Άσα κοίταξε ψηλά και είδε την κυρία Ζντράβκα να της χαμογελάει. Το κοριτσάκι σκούπισε με μανία τα δάκρυα από το πρόσωπό της.
-Δεν έκλαιγα, κυρία- μουρμούρισε. Η δασκάλα κοίταξε μακριά …...
-Ας πάμε να του δώσουμε το γράμμα σου.- είπε.
-Να δώσουμε το γράμμα μου σε ποιον, κυρία; Ρώτησε η Άσα τρέμοντας από το κρύο. Η δασκάλα έδειξε με το χέρι της μακριά, προς το φράχτη. Εκεί στεκόταν ένα πουλί με άσπρο φτερό, σχεδόν αόρατο στο χιόνι.
- Αυτό σημαίνει ότι ο αδελφός μου θα επιστρέψει; - ρώτησε το κορίτσι και ακολούθησε την δασκάλα μέσα στο κτήριο.
-Αν το ελπίζεις και το εύχεσαι πολύ δυνατά, με όλη σου την καρδιά τότε ναι, θα έρθει- απάντησε η γυναίκα.



Ένα αγόρι ηλικίας κάτω των είκοσι με φθαρμένα ρούχα πλησίασε τα σύνορα. Η ταμπέλα μπροστά του έλεγε: «Βουλγαρία». Στην κορυφή της είδε ένα πουλί. Ένα χελιδόνι με άσπρο φτερό. Παραξενεύτηκε και πήγε κοντά του.  Στο στόμα του υπήρχε μια επιστολή, "στο μεγάλο μου αδελφό Ναδίρ» έλεγε ο φάκελος. Το αγόρι χαμογέλασε.

-Ήδη αισθάνομαι ευπρόσδεκτος εδώ.-μουρμούρισε πριν πάει στο σημείο ελέγχου.
 Το χτυποκάρδι του μεγάλωνε όσο πλησίαζε ….…θα περάσει άραγε; Θα καταφέρει να συναντήσει την Άσα ; 

Οι φύλακες τον κοίταξαν, κοίταξαν και τα χαρτιά του ,ήταν σοβαροί και αμίλητοι, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει μέχρι να ακούσει το добре дошъл (καλώς όρισες)!!!! Πέρασε και κάθισε στην άκρη του δρόμου . Και τότε ο Ναδίρ θυμήθηκε, θυμήθηκε γιατί την είχε στείλει μακριά. Γιατί την έστειλε μακριά του, μακριά από τους φίλους και τους γείτονές τους. Τα 300€ που είχε δεν ήταν αρκετά για να πάνε μαζί και ήξερε αυτό που του είχε πει ο πατέρας του «οι αθώοι πρώτοι χάνουν τη ζωή τους σε καιρό πολέμου».  Ξανακοίταξε το γράμμα που κρατούσε κλειστό ακόμα στα χέρια του και μια ζεστή φωτιά άναψε μέσα του. Την είχε σώσει από τη φρίκη!! Ήταν μόνο θέμα χρόνου πριν να είναι ξανά μαζί!!!




Η προετοιμασία της κάρτας από τη Βουλγαρία

Η προετοιμασία της κάρτας στο Πλόβντιβ

Οι φοιτητές μας, στη διάρκεια της συνάντησής μας, ενημερώθηκαν για την ιδέα της σκυταλοδρομίας δημιουργικής γραφής στα ελληνικά.
Βρήκαν πολύ ενδιαφέρουσα την ιδέα και ξεκινήσαμε αρχικά με την οριοθέτηση του όρου «δημιουργική γραφή»
·         
     Τι είναι η δημιουργική γραφή
·         Ποια τα είδη της
·         Ποιος ο ρόλος του συγγραφέα

Στη συνέχεια, διαβάστηκαν οι οδηγίες και δόθηκαν εξηγήσεις ώστε να  γίνουν κατανοητά τα κύρια σημεία ενδιαφέροντος και ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει η συγγραφή και θα κινηθεί η κάρτα.
Ακολούθησε συζήτηση για το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα. Αναπτύχθηκαν οι προβληματισμοί και οι ιδέες όλων ώστε να αποτελέσουν αφορμή για δημιουργική σκέψη και ερέθισμα συγγραφής.
Οι βιωματικές τεχνικές του καταιγισμού ιδεών και του παιχνιδιού ρόλων βοήθησαν στην εξωτερίκευση των συναισθημάτων και στον εντοπισμό των βασικών σημείων που συνιστούν το θέμα.
Οι φοιτητές μας αισθάνθηκαν έτοιμοι να αποτυπώσουν δημιουργικά στα ελληνικά όλα εκείνα που συνθέτουν το θέμα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης μέσα από την κάρτα που σας στέλνουμε..


Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Η κάρτα από τη Γεωργία

Η κάρτα από την Γεωργία
Το ταξίδι συνεχιζόταν, η μία χώρα διαδεχόταν την άλλη, γιατί ένα νέο παιδί τον περίμενε και τον χρειαζόταν…
Το χελιδόνι με το άσπρο φτερό πήρε ουράνιο δρόμο άφησε ουράνιο δρόμο και κάποτε έφτασε στην Τιφλίδα της Γεωργίας. Το άγαλμα της Μητέρας Γεωργίας (Kartlis Deda) δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο στο φτερωτό του ταξίδι. Η ολόλευκη γυναικεία μορφή των 20 μέτρων τράβηξε το βλέμμα του προς τα κάτω. Τότε ήταν που είδε το κάστρο Ναρικάλα και το δάσος. Θυμήθηκε αμέσως τα παραμύθια που είχε ακούσει από τους γονείς του:
«Μια φορά και έναν καιρό, πριν ακόμα το ένα φτερό σου γίνει άσπρο», συνήθιζε να λέει η μητέρα τυλίγοντάς τον στην αγκαλιά της «ένας μακρινός σου πρόγονος, ένα γεράκι, στάθηκε η αφορμή να ιδρυθεί μια πόλη (Tbilisi) κοντά στις θερμές πηγές (tbili) ενός δάσους».
Το χελιδόνι άρχισε να κατεβαίνει σιγά σιγά συγκινημένο από τη σκέψη ότι θα αντίκριζε από κοντά το μέρος των παιδικών του μύθων.
«Καλώς ήρθες ασπρόφτερο χελιδόνι» ακούστηκε μια φωνή, μόλις πάτησε το πόδι του στη γη. «Σε περίμενα. Είχε κίνηση ο ουρανός και άργησες;»
«Όχι… Ήταν ένα πανέμορφο ταξίδι. Είχα, όμως, πολλά να προλάβω, πριν έρθω» είπε το χελιδόνι και έστρεψε το βλέμμα να δει ποιος του μιλούσε.
Ήταν μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, με ένα μαντήλι να σκεπάζει το κεφάλι της. Την ηλικία της δεν μπορούσε να την καταλάβει, τα ροζιασμένα χέρια της, όμως, που δειλά άπλωνε για ελεημοσύνη, έδειχναν ότι είχε ταλαιπωρηθεί στη ζωή.
«Είμαι η Ιρίνε. Αυτό το όνομα μου έδωσαν οι δικοί μου ελπίζοντας σε όμορφες ημέρες. Είμαι από το Σοχούμι. Εκεί βρίσκεται το σπίτι μου, οι φωτογραφίες των προγόνων μου, τα τέσσερα δέντρα που φυτέψαμε με τον άντρα μου, μόλις γεννήθηκαν τα παιδιά μας. Να έχουν μεγαλώσει άραγε ή μαράθηκαν; Όλο μου το βιος εκεί».
«Και εδώ τι κάνεις;» είπε το χελιδόνι ανοιγοκλείνοντας τις φτερούγες του.
«Εδώ βρέθηκα, γιατί άλλοι αποφάσισαν για μένα αυτή την τύχη, πρόσφυγας στην ίδια μου τη χώρα». Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Η ψυχή μου λαχταρά να αντικρίσει και πάλι το ουράνιο τόξο από το ψηλό παράθυρο του αρχοντικού μου, από εκεί που κάθε πρωί χαιρετούσα τον ήλιο. Τι δεν θα έδινα να μπορούσα για άλλη μια φορά να βρέξω τα πόδια μου στη θάλασσα του τόπου μου και να ξεπλύνω όλα τα βάσανα και τους καημούς. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη, όταν ζούσα εκεί! Όλος μου ο ιδρώτας έχει χαθεί και τώρα αναγκάζομαι να …».
Το άσπρο φτερό του χελιδονιού ακούμπησε απαλά τα ροζιασμένα χέρια της γυναίκας και η ψυχή της ζέστανε από την καλοσύνη του.
«Ας αφήσουμε τους δικούς μου καημούς. Τώρα χελιδόνι μου θέλω να με βοηθήσεις με κάποια από τα παιδιά αυτής της γειτονιάς. Δεν πρέπει να επαναληφθούν τα λάθη των μεγάλων, αυτά που έγιναν στη δική μου περίπτωση και σε τόσες άλλες, αυτά που οδήγησαν στον ξεριζωμό και έβαλαν απαγορευτικά στα σύνορα. Οι ιστορίες δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται, όταν έχουν πόνο. Μακάρι αυτό που δηλώνει το όνομά μου να γίνει πραγματικότητα και οι καλύτερες ημέρες στις οποίες ήλπιζαν οι γονείς μου να έρθουν. Κοίτα στο σημείο εδώ που βρισκόμαστε, στην παλιά πόλη, συνυπάρχει η ορθόδοξη εκκλησία, η συναγωγή, το τζαμί και η αρμένικη εκκλησία. Έρχονται η Σόπο, ο Ντάτο, ο Χεϊντάρ, και ο Ασότ για να προσευχηθούν στο δικό του Θεό ο καθένας. Συναντιούνται στην πλατεία αυτή κοντά στα ιαματικά λουτρά και δεν μιλούν, δεν χαμογελούν. Τα ματάκια τους φαίνονται θλιμμένα. Δεν γνωρίζει ο ένας το όνομα του άλλου. Ξένοι, από διαφορετικές πατρίδες, νιώθουν μοναξιά. Και όμως έχουν τόσα πράγματα κοινά! Δεν πρέπει χελιδόνι μου να αφήσουμε το φόβο των μεγάλων να απλωθεί στην καρδιά τους. Αν ο φόβος αυτός ριζώσει, νέοι πόλεμοι θα έρθουν, νέοι πρόσφυγες θα περιπλανηθούν».
«Έχεις δίκιο» είπε το χελιδόνι «Τα παιδιά είναι η ελπίδα μας για ένα λαμπερό αύριο. Οι πόλεμοι, οι εμπλοκές, τα πραξικοπήματα, οι συγκρούσεις, οι βομβαρδισμοί που παγώνουν τις καρδιές των ανθρώπων πρέπει να δώσουν τη θέση τους στο χαμόγελο».
Ξαφνικά το άσπρο φτερό του χελιδονιού έγινε ακόμα πιο φωτεινό, σχεδόν λαμποκοπούσε. «Έχω μια ιδέα» είπε «μέσα από το παιχνίδι θα προσπαθήσω να φέρω τα παιδιά κοντά, να γνωριστούν και να ακούσουν ο ένας την ιστορία του άλλου. Όταν ο πόνος μοιράζεται, η καρδιά μαλακώνει. Το βρήκα… Θα παίξουμε μπάλα!»
«Καλή ιδέα!» συμφώνησε η γυναίκα «Που θα βρεθεί όμως η μπάλα» είπε και ανασήκωσε λίγο το μαύρο μαντήλι για να δει με τα μικρά φοβητσιάρικα μάτια της.
«Έχε μου εμπιστοσύνη» είπε το χελιδόνι «Το παιχνίδι μόλις ξεκίνησε»!
Το χελιδόνι άρχισε να πετάει, όχι ψηλά στον ουρανό αλλά κοντά στα παιδιά. Φούσκωνε την κοιλίτσα του και τύλιγε του φτερούγες του σφιχτά στο σώμα του για να μοιάζει με ένα άσπρο μπαλόνι. Τα παιδιά άρχισαν να γελούν και να το ακολουθούν. Οι παιδικές φωνούλες άρχισαν να σμίγουν και σε λίγη ώρα τα τέσσερα παιδιά χωρίς να το καταλάβουν είχαν γίνει μια παρέα.
-Γεια, είμαι η Σόπο, οι γονείς μου είναι Πόντιοι. Μένω εδώ με τη γιαγιά μου. Αυτή μόνο με φωνάζει Σοφία και επιμένει να μου μιλάει ποντιακά. Οι γονείς μου εργάζονται στην Ελλάδα και μου λείπουν πολύ.
-Και εγώ είμαι ο Ντάτο, είμαι από το Ασντότ. Και εμένα στο σπίτι με λένε Δαβίδ. Συγνώμη, δεν μιλάω πολύ καλά ακόμα τα γεωργιανά και τα γράμματα αυτής της νέας γλώσσας, συνήθως, μου φαίνονται όλα ίδια! Όταν είμαι στενοχωρημένος, μου θυμίζουν μικρές μαύρες μουτζούρες (საკლ...) και όταν είμαι χαρούμενος, μου θυμίζουν νότες που έχουν φύγει μακριά από το πεντάγραμμο (ბ, გ, ჭ, დ).
-Και εμείς έχουμε έρθει από το Αζερμπαϊτζάν, είπε ο Χεϊντάρ. Είμαι εδώ με τους γονείς μου αλλά όλοι μας οι συγγενείς και οι φίλοι είναι στη Γκαντζά. Δεν έχω παρέες εδώ.
-Εμένα με λένε Ασότ. Και οι δικοί μου πρόγονοι, ήρθαν από μακριά. Έφυγαν πολύ βιαστικά από το Ερζερούμ. Αν και είναι εδώ όλη μου η οικογένεια, νιώθω τόσο μόνος, τόσο διαφορετικός.
Όλοι είχαν έρθει από άλλα μέρη. Όλοι είχαν μια άλλη πατρίδα για την οποία μιλούσαν τα τραγούδια των γονιών τους. Όλοι είχαν την ίδια ανάγκη για ένα χαμόγελο, για μια ζεστή κουβέντα στο νέο τόπο.
Τα παιδιά ανανέωσαν το ραντεβού τους. Σε λίγες μέρες θα βρίσκονταν πάλι εκεί. Η Σόπο μάλιστα υποσχέθηκε να φέρει ένα βιβλίο στο Ντάτο και να τον βοηθήσει να ξεχωρίσει τις μικρές μαύρες μουτζουρίτσες, να μπορέσει να τις τακτοποιήσει στο τετράδιό του και να ανακαλύψει την αρμονία τους.
Το χελιδόνι βλέποντας τα παιδιά να μοιράζονται τις ιστορίες τους κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα να ανέβει και πάλι στον ουρανό και να πάει σε αλλά παιδιά που χρειάζονταν τη βοήθειά του.
«Σε ευχαριστούμε πολύ χελιδόνι» φώναξαν τα παιδιά κουνώντας τα χεράκια τους.
«Σε ευχαριστώ, φίλε μου», είπε και η γυναίκα.
Η αποστολή του χελιδονιού στη Γεωργία είχε τελειώσει… ή σχεδόν είχε τελειώσει. Έκανε ένα μεγάλο κύκλο, χάθηκε για λίγο στα γαλάζια σύννεφα και όταν ξαναφάνηκε, κάτι κρατούσε στο ράμφος του. Ήταν μια φωτογραφία που την ακούμπησε προσεχτικά δίπλα στη γυναίκα με το μαύρο μαντήλι. Ένα υπέροχο ουράνιο τόξο και τέσσερα μεγάλα δέντρα, καταπράσινα, φαίνονταν στο φόντο αυτής της φωτογραφίας. Ήταν από το σπίτι της γυναίκας στο Σοχούμι. Στο βάθος φαινόταν η θάλασσα του Εύξεινου Πόντου που λαμπίριζε.
«Ευχαριστώ πολύ για το πολύτιμο δώρο σου, ποτέ δεν θα σε ξεχάσω!» είπε η γυναίκα και ένα δάκρυ της κύλισε στην άσπρη φτερούγα του χελιδονιού. «Αυτή τη φωτογραφία θα τη φυλάω σα φυλαχτό».
«Γεια σου καλό μας χελιδόνι» αναφώνησαν τα παιδιά με ένα στόμα. «Σε ευχαριστούμε πολύ για όλα».

Το χελιδόνι αποχαιρέτισε τους νέους φίλους του και άρχισε σιγά σιγά να χάνεται στον ουρανό…..