Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Από την Αρμενία...

Επισκέφθηκε πολλές χώρες, και παντού βρήκε ένα παιδί, που τον περίμενε και τον χρειαζόταν. Και σε ένα από τα ταξίδια αυτά ο μικρός μας φίλος γνώρισε τον Ραφφί, που έμεινε στην Αρμενία. Εμείς, όμως, πρώτα θα γνωριστούμε με τον πατέρα του, από τον οποίο και θα μάθουμε την ιστορία.

Μια φορά ο ουράνιος δρόμος έφερε το χελιδόνι με το άσπρο φτερό στη Συρία. Ποτέ δεν είχε συναντήσει το χελιδόνι τέτοιο θέαμα: κατεστραμμένες πόλεις και χωριά, παρατημένα σπίτια και σχολεία. Τρόμαξε πολύ το χελιδόνι. "Μα πού είναι οι άνθρωποι; Γιατί τα σπίτια είναι κατεστραμμένα; Δεν μου αρέσει αυτός ο τόπος." Έκανε τους τελευταίους κύκλους πάνω σε μια μισοκαταστραμμένη πολυκατοικία και  εκεί που ήτανε να φύγει,  ξαφνικά από κάτω άκουσε μια μελωδία, πολύ όμορφη και λυπημένη. Καθισμένος στα σκαλιά, ήταν ένας άντρας που τραγουδούσε. Κρατούσε στα χέρια του κάτι άσπρο. Μαγεμένο από τη μελωδία, το χελιδόνι πια δεν ένιωθε κίνδυνο από αυτόν: κατέβηκε πιο χαμηλά και άρχισε να πετά σχεδόν δίπλα του. Ο άντρας τον πρωτοείδε όταν τελείωσε το τραγούδι του.

"Τί σε έφερε εδώ, ασπρόφτερο χελιδόνι; Εδώ δεν θα βρεις τίποτα, ούτε φαϊ, ούτε στέγη, ούτε τους φίλους σου. Πετά μακριά από δω και μην επιστρέψεις  ποτέ."
"Ήθελα πολύ να φύγω, αλλά με έφερε πίσω το τραγούδι σου”, είπε το χελιδόνι. “Moυ θύμησες εμένα, γιατί είσαι μοναχός όπως κι εγώ. Θέλω να μάθω την ιστορία σου. Γιατί είσαι εδώ, γιατί δεν έφυγες με τους άλλους; Δεν έχεις οικογένεια;"

Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε: "Η ιστορία μου άρχισε εδώ, σε αυτή τη πολυκατοικία, όπου ήταν το σπίτι μου. Κάθε μέρα πήγαινα στη δουλειά, ξυπνώντας από τη μυρωδιά του καφέ που έφτιαχνε η γυναίκα μου. Έχω πολλές θερμές αναμνήσεις για τον τόπο αυτό: εδώ, στην αυλή έμαθε να καβαλάει  ποδήλατο ο γιος μου. Ήμασταν πολύ ευτυχισμένη οικογένεια, πριν  αρχίσει ο πόλεμος. Τότε τους έστειλα μακριά από εδώ, στην Αρμενία, όπου κάποτε ζούσαν οι παππούδες μου, κι εγώ έμεινα εδώ, για να προστατέψω τη πόλη μου. Μου λείπει πολύ ο γιος μου, τον υποσχέθηκα ότι θα επιστρέψει σπίτι πολύ σύντομα, αλλά δεν μπορώ να  κάνω τίποτα γι’αυτο  . Μερικές φορές, όταν δεν αντέχω τη θλίψη, τραγουδάω το νανούρισμα που τραγουδούσαμε  για αυτόν όταν ήταν πολύ μικρός , φαντάζοντας ότι είμαι δίπλα του.”

"Και η δική μου οικογένεια είναι πολύ μακριά από εδώ", είπε το χελιδόνι. " Τους παράτησα γιατί σκέφτομαι ότι είμαι ξεχωριστός. Έχω ειδικούς  στόχους στη ζωή μου: θέλω να βοηθάω τα παιδιά που βρίσκονται στη ξενιτιά, θέλω να γίνω ο φίλος τους για να ξεπεράσουμε μαζί τους φόβους που έχουν. Τώρα που έμαθα την ιστορία σου, θέλω πολύ να πάω στην Αρμενία και να βρω τον γιο σου, να τον παρηγορήσω και να πω ότι  σου λείπει  πολύ."
"Μα πόσο ελπίζω να το κανείς αυτό, χελιδόνι μου! Παρόλο που είσαι τόσο μικρό πουλάκι, η καρδιά σου είναι ακόμα μεγαλύτερη από τις ανθρώπινες καρδιές. Ευχαριστώ πολύ για τη καλοσύνη σου, ποτέ δεν θα σε ξεχάσω!" είπε ο άντρας, καθαρίζοντας τα δάκρυά του με άσπρο μαντήλι και αποχαιρετώντας το χελιδόνι, το οποίο είχε ήδη ανέβει πάνω στη στέγη της πολυκατοικίας.
"Γεια σου, κι εγώ δεν θα σε ξεχάσω!" είπε το χελιδόνι.  "Μα δεν μου είπες: πώς ονομάζεται ο γιος σου;"
"Τον λένε Ραφφί!", φώναξε ο άντρας.
"Ραφφί! Θα το κρατήσω στο μυαλό μου!", απάντησε το χελιδόνι, πέταξε πάνω και σύντομα εξαφανίστηκε στα σύννεφα.

Μετά από πολλές περιπέτειες το χελιδόνι με το άσπρο φτερό τελικά έφτασε στην Αρμενία, σε μια μικρή χώρα όπου δεν είχε πάει ποτέ. "Πρέπει να βρω τον Ραφφί: μα πού να τον ψάξω για να βρω;" σκεφτόταν το χελιδόνι.  Και έτσι, ακουμπισμένο στις σκέψεις, το χελιδόνι τριγύριζε για δύο μέρες. Στη τρίτη μέρα ήταν απελπισμένος και ήθελε να φύγει, αλλά ξαφνικά, περνώντας πάνω από ένα σχολείο, άκουσε μια γνωστή μελωδία. Ήταν το ίδιο τραγούδι που άκουσε από τα χείλη του άντρα στη Συρία.
Το παλικάρι που τραγουδούσε καθόταν στο σχολικό στάδιο μόνος του, κοντά του βρισκόταν ένα ποδήλατο. Ξαφνικά σταμάτησε να τραγουδάει και λαμπερά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Το χελιδόνι προσγειώθηκε αθόρυβα κοντά του, τον πλησίασε, και κάθισε στον ώμο του. Το αγόρι δεν τον φοβήθηκε: απλά τον κοίταξε ξαφνιασμένος με τα μεγάλα καστανά του μάτια.
"Πω πω! Μα πόσο μοιάζει με τον πατέρα του!" σκέφτηκε το χελιδόνι.
"Γεια σου", τον είπε το χελιδόνι.
"Γεια σου", είπε το αγόρι, κοιτάζοντάς τον με έκπληξη. "Ξέρω ότι τα χελιδόνια κανονικά φεύγουν στις θερμές χώρες. Εσύ γιατί είσαι εδώ; Μήπως έχεις χαθεί;"
"Όχι, δεν έχω χαθεί, είμαι εδώ γιατί συνάντησα τον πατέρα σου και μου είπε για σένα. Ήθελε πολύ να σου πω ότι είναι καλά και ακόμα προστατεύει το σπίτι σας και θα επιστρέψετε αμέσως όταν θα τελειώσει ο πόλεμος."
"Αλήθεια; Αχ, πόσο θα ήθελα κι εγώ να είμαι χελιδόνι για να πάω σπίτι..."
"Γιατί; Δεν σου αρέσει εδώ;"
Τα δάκρυα ξαναγέμισαν τα μάτια του: "Εδώ η ζωή δεν είναι το ίδιο. Τα πάντα είναι διαφορετικά. Θέλω τόσο πολύ τα πράγματα να επιστρέψουν όπως ήταν παλιά: να βρισκόμαστε στο σπίτι μας με τον μπαμπά, να πάω στο σχολείο, να συναντήσω τους φίλους μου, να κάνουμε αστεία, να χαζολογούμε μαζί. Θέλω να κάνουμε βόλτα στο πάρκο όπως παλιά, να καβαλάω ποδήλατο με τον πατέρα μου. Θέλω πίσω ό, τι είχα!" Συνέχισε, κοιτάζοντας στα μάτια του, "Πάντα μου φαίνεται, ότι δεν μπορώ να κάνω φίλους με τα παιδιά εδώ γιατί ξέρω ότι θα με συμπεριφερθούν αλλιώς, δεν θα είναι ειλικρινείς με μένα, γιατί είμαι ξένος. Φοβάμαι που είμαι ξένος." Ο Ραφφί συνέχισε :"Μα...είμαστε διαφορετικοί, πώς μπορεί να μην έχει σημασία ότι είμαι από άλλο μέρος; Ακόμα και τα αρμενικά μου είναι διαφορετικό, μερικές φορές οι άνθρωποι εδώ δεν καταλαβαίνουν όταν τους μιλάω, αυτό με μπερδεύει και εκνευρίζει. Και αρχίζω να φοβάμαι πάλι!"
"Ραφφί, δεν είσαι διαφορετικός, αυτά τα παιδιά δεν είναι διαφορετικά από σένα και τους φίλους σου από την Συρία. Εσείς, τα παιδιά είστε  ίδιοι! Εσείς μοιάζετε περισσότερο, όσο διαφορετικοί  και να είστε στην εμφάνισή σας, ακόμα και αν μένετε σε διάφορες άκρες του κόσμου, έτσι κι αλλιώς έχετε σχεδόν όμοια ενδιαφέροντα, όμοια όνειρα!" Το χελιδόνι συνέχισε, "Μην φοβάσαι Ραφφί, προσπάθησε να αφήσεις τον εαυτό σου ελεύθερο και να μην φοβάσαι από τους ανθρώπους. Εμείς όλοι είμαστε οι κάτοικοι της Γης: κοντά ή μακριά, δεν έχει σημασία. Άνοιξε την καρδιά σου και θα δεις τις καρδιές των άλλων θα ανοίξουν επίσης, χαμογέλα, και θα δεις ότι ο κόσμος θα σε απαντήσει με το ίδιο! "

Ο Ραφφί άκουσε τα πάντα που του είπε το καλό χελιδόνι και ξαφνικά κατάλαβε, ότι κάτι άλλαξε στην καρδιά και στο μυαλό του. Ένιωσε κάτι τρυφερό και φωτεινό που  πέταξε και να μπήκε  μέσα στην ψυχή του. Εκείνη τη στιγμή είδε ότι κάποιο παιδί από τη γειτονιά τους καθόταν λίγο πιο πέρα και τον κοιτούσε αυτόν με έντονο βλέμμα, σα να ήθελε να πει κάτι. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει, του κούνησε  το χέρι και  του χαμογέλασε.  Αυτός έκανε το ίδιο και τον πλησίασε.

Το χελιδόνι με το άσπρο φτερό κατάλαβε, ότι ο Ραφφι πια δεν θα είναι μοναχός, ότι από εδώ και πέρα θα έχει πολλούς φίλους, γιατί σταμάτησε να φοβάται και δε θα  νιώθει  πια ξένος.
Και άρχισε να ανεβαίνει, να πετάει πάνω, παίζοντας με το άνεμο και τα πολύχρωμα  φύλλα, που έσερναν όμορφο χορό στον αέρα.

Ο Ραφφί και ο νέος του φίλος τον αποχαιρετούσαν από κάτω: ο Ραφφί κουνούσε ένα άσπρο μαντήλι.
"Για σου, καλό  μου χελιδόνι, ελπίζω να  σε δω σύντομα! Και αν θα δεις τον πατέρα μου, πες τον ότι τον περιμένουμε εδώ, στην Αρμενία, για να χτίσουμε μαζί το καινούριο μας σπίτι!"

"Γεια σου Ραφφί, θα του πω τα πάντα! Τώρα πρέπει να πάω στα αλλά παιδιά που χρειάζονται  την βοήθεια μου. Και οπωσδήποτε θα τους πω την ιστορία σου!" φώναξε το χελιδόνι και σύντομα εξαφανίστηκε στα λευκά, βαμβακερά σύννεφα.


Από την Οδησσό...

  Μία ζεστή καλοκαιρινή μέρα στην ηλιόλουστη Οδησσό, η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού κατέκλυζε τον αέρα. Στο δεύτερο όροφο του παλιού Σοβιετικού σπιτιού, με τα παράθυρα ανοιχτά η Αγγελίνα έφτιαχνε φαγητό για τον αγαπημένο σύζυγό της και τα δύο της παιδιά,. Οι ακτίνες του ήλιου  έλουζαν το δωμάτιο και το τραγούδι των πουλιών συχνά την αποσπούσε από τις συνηθισμένες  της ασχολίες. Την ηρεμία του μεσημεριού διέκοψε ξαφνικά ο νευρικός ήχος του τηλεφώνου,. Η Αγγελίνα το σήκωσε με μια ανεξήγητη ανησυχία «Καλησπέρα σας» ακούστηκε μια κοφτή αντρική φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής «σας τηλεφωνώ από τον Καναδά, είμαι ο δικηγόρος του πατέρα σας, που δυστυχώς απεβίωσε χθες το βράδυ. Τα συλλυπητήριά μου κυρία μου .Σας πληροφορώ ότι είστε κληρονόμος μιας σεβαστής περιουσίας …για περισσότερες λεπτομέρειες θα επικοινωνήσω ξανά μαζί σας». Το τηλέφωνο έκλεισε απότομα και η Αγγελίνα έμεινε αποσβολωμένη να το κοιτά.
  «Πατέρα» φώναξε δυνατά , μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Πατέρα …πόσα χρόνια είχε να πει αυτή τη λέξη, από τότε που κοριτσάκι πέντε χρόνων έμεινε μόνη με τη μητέρα της στην Ουκρανία την περίοδο του Σταλινικού καθεστώτος, μετά την εξαφάνιση του πατέρα της χωρίς καμία ειδοποίηση, χωρίς ποτέ να μάθουν  γιατί τις εγκατέλειψε. Οι μνήμες άρχισαν να την κατακλύζουν , καθώς θυμόταν τον πατέρα της να επιστρέφει από τη δουλειά του, να την αγκαλιάζει με λατρεία και έτσι να κατευθύνονται προς το πιάνο και να παίζουν ώρες ατελείωτες.  Είχε χρόνια να ασχοληθεί με το  πιάνο , αλλά τώρα μια ανεξήγητη δύναμη οδηγούσε τα χέρια της να παίξουν την αγαπημένη μελωδία του πατέρα της
  Ξαφνικά σηκώθηκε απότομα και πήγε προς το παράθυρο .Τότε την προσοχή της τράβηξε ένα χελιδόνι, που ωστόσο ήταν τόσο διαφορετικό από άλλα …είχε ένα άσπρο φτερό… άσπρο ,το χρώμα που πάντα της έδινε ελπίδα!…και κάτι κρατούσε στο ράμφος του, έμοιαζε με φάκελο..τι να σήμαινε αυτό.Ξαφνικά τα βλέμματα της Αγγελίνας και του πουλιού συναντήθηκαν… η Αγγελίνα ένιωσε κάτι απόκοσμο , ήθελε να απομακρυνθεί από το παράθυρο, αλλά τα πόδια της είχαν καρφωθεί στο πάτωμα. Τότε κατάλαβε… μα ναι, το χελιδόνι ήταν η ψυχή του νεκρού πατέρα της.
  Το χελιδόνι πέταξε κοντά της και την κοίταξε με υγρά μάτια : - Μη φοβάσαι, δε θέλω το κακό σου…το αντΊθετο μαλιστα.
-          Μα εσύ έχεις τη φωνή του πατέρα μου, τη θυμάμαι τόσο καθαρά!Πώς είναι δυνατόν!Είναι αλήθεια αυτό που νιώθω, είσαι η ψυχή του ;
-          Ναι κόρη μου, αυτό το χελιδόνι μπροστά σου, είμαι εγώ. Μόνο έτσι μπόρεσα να πετάξω κοντά σου και να σου πω όλη την αλήθεια. Το άσπρο φτερό μου συμβολίζει την ελπίδα να με συγχωρήσεις..Είναι αργά πια γιαυτό άγγελέ μου;
-          Μα νομίζεις είναι τόσος εύκολο;Ξέρεις πόσες δυσκολίες πέρασα όταν έφυγες;Η μητέρα έπεσε βαριά άρρωστη και έπρεπε να δουλεύω όπου έβρισκα για να τα βγάλουμε πέρα. Ο κόσμος συχνά με περιφρονούσε και με αποκαλούσε ορφανό…εγώ βαθιά μέσα μου όμως ήξερα ότι κάπου υπήρχες και θα ξαναγυρνούσες..Για σχολείο ούτε λόγος, θέληση υπήρχε, όχι όμως χρόνος.Μόνο δουλειά και καθημερινή πάλη για επιβίωση.Έτσι η αγάπη μου για σένα σιγά σιγά μετατράπηκε σε μίσος και χιλιάδες αναπάντητα γιατί..γιατί αυτή η εγκατάλειψη..Ευτυχώς όταν μεγάλωσα βρέθηκε στο δρόμο μου ο σύζυγός μου που με τράβηξε από αυτή τη δυστυχία.
-          Τότε του χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη.. Αλλά θέλω να ξέρεις ότι τότε δεν έφυγα με τη θέλησή μου, αλλά αναγκάστηκα να σας αφήσω …ήταν ένας παγερός Δεκέμβρης όταν ειδοποιήθηκα ξαφνικά από την αστυνομία να παρουσιαστώ ..αυτό ήταν , κατάλαβα ότι έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για μένα …πήρα μαζί μου όσα χρήματα είχαμε με την ελπίδα να γλιτώσω …μάταια… το μόνο που κατάφερα ήταν να δωροδοκήσω τους αστυνομικούς ώστε να μην ενοχλήσουν εσάς.
-          Μα γιατί δεν μας ειδοποίησες και μας άφησες στο σκοτάδι;
-          Ούτε να σας ειδοποιήσω με άφησαν, η απόφαση ήταν άμεσος εκτοπισμός στη Σιβηρία. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως μπόρεσα να πηδήξω από το τρένο και δραπέτευσα . Περπατούσα για μέρες μέσα στο κρύο ,ενώ η πείνα μου τρυπούσε τα σωθικά. Ευτυχώς σε κάποια χωριά από τα οποία περνούσα, οι άνθρωποι με συμπονούσαν  και μου έδιναν τροφή και κάποια χρήματα που με βοήθησαν να συνεχίσω το ταξίδι μου. Πάντα υπάρχουν σε όλο τον κόσμο άνθρωποι με μεγαλείο ψυχής που βοηθούν όσο μπορούν τους ανυπεράσπιστους και χτυπημένους από τη μοίρα πρόσφυγες .Ίσως και αυτοί να έχουν ζήσει ανάλογες καταστάσεις.
-          Μετά από κει πως συνέχισες;
-           Στη συνέχεια λοιπόν έφτασα στην Ουγγαρία και από εκεί για εργασία στον Καναδά. Στην αρχή τα πράγματα ήταν τόσο δύσκολα , καθώς δε γνώριζα τη γλώσσα και έτσι έπεσα πολλές φορές θύμα ρατσισμού. Οι φυλετικές διακρίσεις, η φτώχεια, η ταπείνωση, η απελπισία δυστυχώς είναι πιστοί σύντροφοι των προσφύγων . Προσωρινά ζούσα σε κοινόβιο σπίτι με ανθρώπους από  διαφορετικές χώρες και προσπαθούσαμε ο ένας να στηρίξει τον άλλο στον σκληρό δρόμο της προσφυγιάς . Τα χρήματα λιγοστά, η ανάμνησή σου καρφί στην ψυχή μου.. Ένα βράδυ όμως η τύχη μου άλλαξε. καθώς  παίζοντας πιάνο σ’ ένα  μπαρ, με άκουσε μια γυναίκα που στο μέλλον έγινε όχι μόνο η γυναίκα μου, αλλά και βασικός συναισθηματικός και οικονομικός υποστηρικτής μου και Μούσα μου. Έτσι κατάφερα και έγινα ξακουστός συνθέτης εδώ στον Καναδά.
-          Εμάς όμως μας ξέχασες έτσι απλά;
-          Όχι βέβαια… Χρόνια προσπαθούσα να σε βρω, αλλά καμία τύχη .Προφανώς αμέσως αλλάξατε σπίτι με τη μητέρα σου.
-          Ναι είναι αλήθεια..Πήγαμε σε ένα υπόγειο με λιγότερα χρήματα
-          Τα τελευταία χρόνια η αλήθεια είναι ότι ανακάλυψα που μένεις ,αλλά δεν είχα πια το θάρρος να επικοινωνήσω μαζί σου …πίστευα πως πλέον είναι αργά, φοβόμουν τόσο πολύ την απόρριψη Πόση δυστυχία θα έζησες όταν με πήραν μακριά σου .Η προσφυγιά είναι σκληρή κοριτσάκι μου, αλλά αυτά που ταλαιπωρούνται περισσότερο είναι τα παιδιά των προσφύγων που μένουν πίσω. Συχνά με ρωτούσαν γιατί οι μελωδίες μου είναι τόσο μελαγχολικές, γιατί ακούγεται τόσο οδυνηρά ο ήχος του βιολιού. Τους απαντούσα ότι αυτές οι μελωδίες είναι η παρηγοριά του πρόσφυγα  πατέρα που εκφράζει τα συναισθήματά του στην αγαπημένη του κόρη που οι συνθήκες ζωής και η προσφυγιά τους χώρισαν τόσο απρόσμενα και αναπάντεχα. Ούτε η δόξα, ούτε η αναγνώριση με  βοηθήσανε  να ολοκληρωθώ, γιατί πάντα μου έλειπε το άλλο κου μισό ..εσύ.
Η Αγγελίνα δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τα δάκρυά της :–Πόσα χρόνια χάσαμε , πόση αδικία στη ζωή μας…μα τι είναι αυτός ο φάκελος που κρατούσες στο ράμφος σου;
-Αυτή λοιπόν είναι η διαθήκη μου,ήσουν και είσαι η ζωή μου, οπότε όλα είναι πλέον δικά σου.  Αντίο άγγελέ μου , πρέπει πια να φύγω…ελπίζω τώρα που έμαθες την αλήθεια να με συγχωρέσεις ,έστω και τόσο αργά.»
   Το χελιδόνι έκανε τρεις κύκλους και πέταξε μακριά, αλλά τώρα όλα ήταν διαφορετικά. Η Αγγελίνα ένιωθε απελευθερωμένη, στο πνεύμα της κυριαρχούσε μια πρωτόγνωρη αγαλλίαση. Η μνήμη του πατέρα της είχε αποκατασταθεί στην ψυχή της, τα φαντάσματα του παρελθόντος έμοιαζαν σα να ανήκαν στη ζωή μιας άλλης .Έστω και τόσο αργά έμαθε την αλήθεια χάρη στο χελιδόνι με το άσπρο φτερό …η ημέρα που το συνάντησε ήταν και η ημέρα που ξαναγεννήθηκε.

Υπεύθυνη καθηγήτρια Ζείμπέκη Φιλιώ
Υπεύθυνη τμήματος  Σνιγκόβσκα Οκσάνα
Ονόματα φοιτητών
Ρομάσκο Ευγενία
Μαλινόβσκα Αναστασία
Πυρχ Αναστασία
Κουλτουνόβα Βλάντα
Σοκολόβα Άννα
Γιαροσλάβσκα Σβετλάνα
Περοσιάν Ανί
Τρίσκα Τατιάνα
Ζακαριάν Άννα

Νταγομίροβα Ελένη

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Από τη Μολδαβία με κουράγιο και ελπίδα...





 ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ...

Είμαι κυριευμένος από φόβο και τ΄ αυτιά μου βουίζουν. Τα βήματα των γονέων μου, γεμίζουν το σαλόνι. Κουλουλώνομαι όλοκληρος  κάτω από το  πάπλωμα. Μόνο τα δάχτυλα των ποδιών μου ξεπροβάλλουν και πιάνουν την κατεύθυνση του ανέμου, πλημμυρίζοντας τις αισθήσεις μου με  τη δροσιά της νύχτας.

Έξω ακούω τα  κλαδιά που  ανεμοδέρνονται και χτυπούν πάνω στο παντζούρι μου, αντανακλώντας στο δωμάτιό μου απαίσιες εικόνες. Αγκάλιασα το πάπλωμα. Τ΄ αυτιά μου τα τρυπά η αντήχηση του σκοταδιού που με παρακινεί να κοιμηθώ.

    Χωρίς να το καταλάβω, η ματιά μου καρφώθηκε πάνω στο φλάουτο που μάζευε στις τρύπες του, σταγόνα, σταγόνα... το διάφανο φως του φεγγαριού. Ο παππούς μου, μου το χάρισε σε μια επίσκεψή του στην πόλη. Μου είπε να σφυρίζω σ’ αυτό με όλη μου τη δύναμη και μετά ν’αφήνω να πετάξουν έξω όλες οι στενοχώριες αυτού  του παράξενου κόσμου. 

    Μ
έσα οι γονείς μου τσακώνονται σφοδρά. Ανάμεσα στις κραυγές τους ακούω και  τις ειδήσεις της τηλεόρασης που σχολιάζουν τα νέα της ημέρας: “Ο πρόεδρος της Μολδαβίας, που  εκλέχτηκε σήμερα από την πλειοψηφία του λαού, επιβεβαίωσε ότι  η ανατολική πορεία της χώρας είναι πια προφανής…”.

    
Δε με χωράει το κρεβάτι, σηκώνομαι, πλησιάζω στην πόρτα ανασηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και τους κοιτάζω, επίμονα μέσα από την κλειδαρότρυπα που μας χωρίζει.

Η μητέρα μου, τρώγοντας τα νύχια της στον καναπέ, μονολογεί, σχεδόν ψιθυρίζει  κάποιες  φράσεις ακατανόητες: „μετακόμιση στο εξωτερικό”, „ο Νταβίντ στο χωριό με τον παππού και είμαστε χρεωκοπημένοι.

Ορμώ  πίσω στο κρεβάτι. Οι ίδιες λέξεις αντιλαλούν  στο μυαλό μου: μετακόμιση, εξωτερικό, ο Ντάβιντ στo χωριό. Σφίγγω με δύναμη τα βλέφαρά μου. Δεν θέλω να ακούω, να βλέπω και να νιώθω τίποτα, τίποτα.

Τεντώθηκα, άρπαξα το φλάουτο και το έριξα στη γωνιά της κάμαρας. 
Η νύχτα προχωρούσε, ανέβηκε στο θρόνο της και βάθυνε το σκοτάδι που πλημμύριζε  την ακτή της ψυχής μου.



Το ξημέρωμα φάνηκε και μέσα από το παντζούρι τρύπωσαν  οι οσμές και οι κρότοι της βροχής.

Σε λίγο ακούστηκαν χτυπήματα και η πόρτα άνοιξε. 

Οι γονείς μου πρόβαλλαν ξενυχτισμένοι, σα σκιές και με πλησίασαν στο κρεβάτι. Βασανίζονταν να μου εξηγήσουν όλα αυτά, που ήδη ήξερα.

-  Να μας συγχωρέσεις, παιδάκι μας, μου είπε η μαμά καθώς με χάιδευε. Πρέπει να μεταναστεύσουμε στο εξωτερικό, αλλά θα επιστρέψουμε μόλις η κατάστασή μας βελτιωθεί. Να ξέρεις πως σε αγαπάμε πάρα πολύ.

Ο πατέρας μου δε μιλούσε, στεκόταν όρθιος και σχεδόν με δυσκολία τόλμησε να με κοιτάξει στα μάτια, ενώ ψιθύρισε:

-       Αυτή η χώρα δε μας χρειάζεται πια.

Μετά από λίγες ώρες ήμουν στο λεωφορείο. Όλα ήταν οργανωμένα από πριν. Μόνο μια σπίθα χρειάστηκε για να ανάψει η πυρκαγιά της αλλαγής. Εγώ τα έμαθα όλα τελευταίος.

Στήριζα το κεφάλι μου στο τζάμι της λησμονιάς και ένιωθα ότι επιβιβάστηκα  μέσα σε ένα πλοίο που με τραβούσε προς τα πιο ζοφερά σύννεφα της ζωής. Ήθελα τόσο πολύ να εκτοξευτώ στο σύμπαν, να βρεθώ σε ένα μέρος που δεν υπάρχει βροχή, πόνος ή χώρισμός. 


Αυτές οι σκέψεις μου έπνιγαν το μυαλό με χίλια κύματα αμφιβολίας. Κι εγώ, σαν ο μοναδικός επιβάτης αυτού του πλοίου, κοιτούσα από το  φινιστρίνι, παρακολουθούσα το ταξίδι μου, ανήμπορος να αντιδράσω.

Τα λιβάδια της Μολδαβίας δεν παράγουν καρπούς πια. Οι λευκοί, απάτητοι βοσκότοποι αποτελούν μόνο ένα μικρό δείγμα της παρακμής.

 Πίσω από το τιμόνι φάνηκε  μια σκιά.  Μόνοι μας, εγώ και οι ρόδες που έγδερναν τη γη. Κάποτε  η πόρτα άνοιξε.

-        Αχ, αγαπημένε μου εγγονέ, καλώς ήρθες στη βόρεια Μολδαβία! Έφτασες στο σημείο όπου οι Μολδαβοί κρεμούν τον χάρτη της χώρας τους στον τοίχο!, είπε γεμάτος περηφάνεια  και χαμόγελα ο παππούς, ανοίγοντας τα χέρια του να με τυλίξει με αγάπη και φροντίδα.

Με αγκάλιασε και με φίλησε χίλιες φορές, αλλά εγώ παρέμεινα αδρανής, σχεδόν παγωμένος. 

Η δύναμη του ανέμου μας βοηθούσε να ανεβούμε την ανηφοριά. Έριξα μια ματιά στο χωριό. Μόνο κάποιες καμινάδες έριχναν μαντίλια κυματιστών καπνών στον ουρανό. Τα άλλα σπίτια πάγωναν στη μέση της αβύσσου.

Η σιωπή της μοναξιάς έλυσε τα μαλλιά της πάνω από το χωριό. Μόνο μια κλαγγή παπιών ηχούσε από μακριά. Εκεί, είπε ο παππούς, εκεί μας προσμένει ζεστό τσάι.

Καθώς άνοιγε την πόρτα, μια ασθενική λάμψη πρόβαλε στην κορυφή της πλαγιάς. Ήταν ο ήλιος που καθρέφτιζε ανάμικτα χρώματα... γαλάζιο, κίτρινο, κόκκινο... γαλάζιο, κίτρινο, κόκκινο...

Μπήκαμε στην αυλή και ένα σκυλί έτρεξε να μας υποδεχτεί. Το ακολούθησαν τέσσερις χήνες, πέντε πάπιες, δέκα κότες και ένας πετεινός. Στη συνέχεια, ένα γουρούνι, δύο άσπρα πρόβατα και...

Τι με νοιάζουν όλα αυτά τα χαζά ζώα! Το  μυαλό μου σκέπαζε μόνο μια σκέψη που με αλυσόδενε:

-        Παππού μου, να πάμε στο σπίτι του προέδρου και να τον διώξουμε μακριά! Να φέρουμε τους γονείς μου πίσω! Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!

Μια σιγαλιά σκέπασε την αυλή. Ακόμα και τα ζώα σταμάτησαν τη συναυλία τους.

-        Μη το ξεχάσεις, παιδάκι μου... Σε όλες τις καταστάσεις στη ζωή, να κρατάς μαζί σου αυτούς τους δύο θησαυρούς:  κουράγιο και ελπίδα, εγγονέ μου, κουράγιο και ελπίδα!

Εξοργίστηκα. Ήμουν σίγουρος πως θα με βοηθούσε, θα με καταλάβαινε! Προσπάθησε να με αγκαλιάσει, μα εγώ αντιστάθηκα. Απομακρύνθηκα γρήγορα και πήδηξα τον φράχτη. Τα πόδια μου προχωρούσαν χωρίς προορισμό. Τα μονοπάτια τραντάζονταν κάτω από τα πόδια μου.

Όλα γύρω μου βυθίστηκαν σε μια πυκνή ομίχλη και το μόνο που έβλεπα ήταν εκείνη η αναλαμπή. Τα χρώματά της με καλούσαν και με προκαλούσαν με την έντασή τους.

Πλησιάζοντας, ένα άρωμα με ζάλισε. Βρισκόμουν κάτω από μια φιλύρα με αμέτρητα κλαδιά που χόρευαν στον αέρα. Έμοιαζε με μεγάλο φωτιστικό κρεμασμένο ανάποδα μέσα στη φύση, που  με τη ζέστη του τραβούσε σα μαγνήτης τα «χαμένα» πλάσματα του χωριού. Αποκοιμήθηκα στα πεσμένα φύλλα  δίπλα στον κορμό της. Ένιωθα μέσα μου να με πλημμυρίζει η μοναξιά.

Μια φωνή έκοψε τα αυτιά μου. Δεν ήξερα αν την άκουσα πραγματικά ή αν ήταν  εφιάλτης  του ονείρου μου. Προσπάθησα να ξυπνήσω. Άνοιξα τα μάτια μου με δυσκολία. Το θέαμα που αντίκρισα με μάγεψε. Τα μάτια μου ρουφούσαν τις πιο όμορφες εικόνες που είχα ποτέ δει. Οι αυλές, οι δρόμοι, τα μονοπάτια... Όλα ήταν γεμάτα με δέντρα που φώτιζαν το χωριό... Γεμάτα φωτιστικά. Ήταν τόσο ωραίο το τοπίο! Μια στιγμή πριν ούτε που τα είχα  παρατηρήσει και τώρα… γέμισαν τα μάτια μου με ομορφιά.

Πάλι εκείνη η φωνή. Ένας ίσκιος απλώθηκε στο έδαφος μπροστά μου. Μια σφεντόνα στα χέρια και σφιγμένα χείλη που φώναζανΦωτιά!

 Ένα ξαφνικό χτύπημα ακούστηκε. Κάτι έπεσε στο έδαφος.

Ένα μαύρο φτερό αναδύθηκε από τα φύλλα που θρόιζαν. Έσκυψα κάτω και έψαχνα... Το μικρό κορμί ενός χελιδονιού έτρεμε. Παρατήρησα το άλλο του φτερό. Ήταν άσπρο. Άσπρο σαν το σύννεφο που θα μπορούσε να με πάρει πάνω από  όλα τα φωτιστικά γύρω μου, σε μια αέναη πορεία. Ξύπνησα μεμιάς αυτή τη φορά. Σταγόνες αίματος έρρεαν από το άσπρο του φτερό. Και το σύννεφό μου έγινε μαύρο.

Το πήρα στην αγκαλιά και το κοίταζα στα μάτια. Δύο κουμπιά που έφεγγαν και με κοίταζαν, σαν να μη κατάλαβαν τι είχε συμβεί, αλλά σα να ένιωθαν ποιος είμαι. Το χελιδόνι με το άσπρο φτερό αφέθηκε απαλά στα χέρια μου κι ήταν έτοιμο  να τρέξουμε στον παππού που σίγουρα είχε τις λύσεις.

Κάπου στη μέση της διαδρομής γύρισα το κεφάλι και πρόσεξα εκείνη τη σκιά που μας κοιτούσε από την κορυφή. Ήταν ένα παιδί, ξεχασμένο και αυτό απ’ τον κόσμο. Το χαιρέτησα. Το ίδιο έκανε κι εκείνο.

Δεν ήξερα πού πρέπει να κατευθυνθώ, έχασα τον προσανατολισμό μου. Πού ακριβώς είναι το καινούριο μου σπίτι; Περιπλανήθηκα. Τι να κάνω τώρα; Τσίριζα, έκλαιγα, φώναζα. Τίποτα. Είχα χαθεί, τώρα που κάθε στιγμή ήταν πολύτιμη, εγώ είχα χαθεί…

Το χελιδόνι κουνιόταν στην αγκαλιά μου. Με δάγκωνε στα δάχτυλά. Πόνεσα! Με δάγκωσε ακόμα μια φορά, ακόμα μια. Σα να μου ζητούσε να ηρεμήσω…

-          - Εντάξει! Θα κλείσω το στόμα μου και θα ακούσω!
 Πραγματικά, ακούω κάτι. Ναι, ναι, είναι η κλαγγή των παπιών και όλη η συναυλία των ζώων.
Ας φύγουμε, χελιδόνι μου, ας τρέξουμε μες από αυτά τα λαμπερά μονοπάτια για να φτάσουμε στον παππού μου, να τραγουδήσουμε χίλιες φορές με το φλάουτο και να σώσουμε τη ζωή σου … τη ζωή μου.
Κουράγιο και ελπίδα, ναι, κουράγιο και ελπίδα!


Συγγραφέας: Χριστίνα Ούρσου - 2ετής φοιτήτρια του τμήματος Φιλολογίας Ρουμανικής και Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μολδαβίας